ΕΦΑ Λέσβου:+30 22540 91249 efales@culture.gr

Ο αναλημματικός Περίβολος

Εντός και εκτός του περιβόλου

Η έννοια του περιβόλου κατά την προϊστορία.

Σε κάθε εποχή η οργάνωση του χώρου και η διαχείριση του τοπίου συνδέονται άμεσα με τις δομές και την ταυτότητα της κοινωνίας που τα παρήγαγε.

Στους προϊστορικούς χρόνους, η οριοθέτηση ενός οικισμού με περίβολο και συνεπώς η διαμόρφωσή του σε «κλειστό» οικιστικό σύνολο, αποτελεί έργο συλλογικής προσπάθειας, που προϋποθέτει στοιχειώδη κοινωνική και οικονομική οργάνωση, καθώς και την αμοιβαία αποδοχή των μελών του οικιστικού συνόλου, ότι αυτά συγκροτούν ένα σώμα διαφορετικό από άλλες κοινότητες που βρίσκονται εκτός της οριοθετημένης ζώνης. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αναγνωριστεί η ύπαρξη μιας συλλογικής συνείδησης των κατοίκων μιας κοινωνίας, συνείδηση η οποία θα λειτουργούσε ως κριτήριο διαχωρισμού των κατοικούντων εντός από τους εκτός του περιβόλου. Με τον τρόπο αυτό ο περίβολος σηματοδοτούσε το όριο δράσης της κοινότητας, αλλά και τον ζωτικό της χώρο. Από την άλλη, ο περιορισμός του πεδίου ανάπτυξης του οικισμού που έθετε η κατασκευή ενός τέτοιου έργου, οδηγούσε υποχρεωτικά σε ορθολογικότερες λύσεις διαχείρισης του οικισμένου χώρου, ενώ η πολεοδομική και η χωροταξική οργάνωση του οικισμού ήταν πλέον μονόδρομος. Τον ίδιο βαθμό διαχείρισης του χώρου επέβαλλαν κάθε φορά οι διαφορετικές κοινωνικές, δημογραφικές και οι οικονομικές συνθήκες.

Σε κάθε περίπτωση, η σύλληψη πίσω από την κατασκευή ενός περιβόλου και οι συνεπακόλουθες επιλογές διαχείρισης του χώρου, αποτελούν αποτέλεσμα προηγμένης κοινωνικής δομής και συνοχής, απόρροια της δυνατότητας αποθήκευσης, πλεονάσματος και γενικότερης οικονομικής ευημερίας του εκάστοτε οικισμού.

Εικόνα 1

Εικόνα 2

Εικόνα 3

Εικόνα 4

Ο αναλημματικός περίβολος της Πολιόχνης

Ο περίβολος της Πολιόχνης αποτελεί έργο δημόσιου χαρακτήρα και πολυσήμαντη κατασκευή, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις δομές και την οργάνωση του οικισμού αυτής της περιόδου.

Αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων ανασκαφών της ΙΑΣΑ, μεταξύ των ετών 1933 και 1936 (Εικ. 1, 2), και ερευνήθηκε κατά τμήματα, τα οποία οι ανασκαφείς διαχώρισαν με βάση τη διαφοροποίηση της τοιχοποιίας, τη μεταβολή της χάραξης, καθώς και τον χρόνο αποκάλυψής τους. Το καλύτερα σωζόμενο και ερευνημένο τμήμα του περιβόλου, μήκους 130μ., σωζόμενου ύψους 4,5μ. και κυμαινόμενου πλάτους 0,70 έως 2,80μ., είναι αυτό που οριοθετεί από τα δυτικά και νότια τον λόφο της Πολιόχνης (Εικ. 3). Αντίστοιχα, στη βορειοανατολική και ανατολική παραθαλάσσια παρειά του οικισμού έχουν αποκαλυφθεί σημειακά μόνον κατάλοιπά του και παραμένει αδιευκρίνιστο εάν η πλευρά αυτή του λόφου οριοθετούνταν με συνεχόμενο περίβολο ή εάν η θάλασσα ήταν αυτή που κατά κανόνα λειτουργούσε ως φυσικό όριο προστασίας. Για την πιθανή χάραξη και πορεία που θα ακολουθούσε ο περίβολος στα βορειοδυτικά, εικασίες μόνον μπορούν να ειπωθούν, καθώς η πλευρά αυτή του οικισμού παραμένει ανεξερεύνητη ανασκαφικά (εικ. 4,5,6).

Η πρώτη οικοδόμηση του περιβόλου τοποθετείται από την ύστερη Κυανή φάση και έως το τέλος αυτής (ΠΕΧ Ι, 2900-2700/2650 π.Χ), όταν δηλαδή ο οικισμός αρχίζει να αποκτά πρωτοαστικού χαρακτήρα πολεοδομική οργάνωση και χωρικό σχεδιασμό (Εικ. 4). Η κατασκευή του περιβόλου θα εξασφάλιζε τη δημιουργία νέου οικιστικού χώρου με την οριζόντια επέκταση του οικισμού, θα προστάτευε τον λόφο από τα πλημμυρικά επεισόδια των χειμάρρων, ενώ παράλληλα θα λειτουργούσε ως ανάλλημα στα ευπαθή πρανή της δυτικής και νότιας πλευράς του λόφου.

Η δόμηση της πρώτης οικοδομικής φάσης του περιβόλου είναι πιθανώς αμφιπρόσωπη και χαρακτηρίζεται από το λεγόμενο «έμπλεκτο» σύστημα: η κατασκευή του είναι από επιμελημένη ομοιογενή ανωδομή (Εικ. 1 και 3), αποτελούμενη από επάλληλες λιθοσειρές σε οριζόντια διάταξη, με επιμήκεις πλακοειδείς και κυβοειδείς λίθους και συνδετικό αργιλώδες πηλοκονίαμα. Την ίδια εποχή, στην κατασκευή του περιβόλου εφαρμόζεται η τεχνική των λιθόκτιστων κιβωτίων, η δημιουργία δηλαδή τετράπλευρων χώρων ενίσχυσης των πρανών, όπως είναι το «Βουλευτήριο» και η «Σιταποθήκη», που διαμορφώνονται επί της νοτιοδυτικής και δυτικής πλευράς του πρανούς του λόφου (Εικ. 7). Η τεχνική αυτή, γνωστή στον χώρο του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, εξασφάλιζε τη δημιουργία ανδήρων, επί των οποίων χωροθετούνταν είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά κτίσματα και οχυρώσεις. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για εντυπωσιακά δημόσια, αναλημματικού χαρακτήρα, έργα, που προϋποθέτουν υψηλό επίπεδο αρχιτεκτονικής σκέψης και οικοδομικής τεχνολογίας.

Η δεύτερη οικοδομική φάση του περιβόλου αντιστοιχεί στην περίοδο ακμής και επέκτασης του οικισμού, κυρίως προς τα νότια και δυτικά και υλοποιείται από την πρώιμη Πράσινη φάση έως και την Αρχική/Μέση Ερυθρή (ΠΕΧ ΙΙ/ΙΙΙ 2650-2200 π.Χ. περίπου, Εικ. 5 και 6). Η δόμησή του δεν φαίνεται να φέρει εσωτερικό μέτωπο, αλλά να συμπλέκεται με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του οικισμού. Κατά την περίοδο αυτή ανοικοδομούνται νέα τμήματα, δημιουργείται πρόπυλο, διαμορφώνεται κεντρική πύλη/είσοδος, και συντελείται η καθ’ ύψος και πλάτος επέκταση των ήδη υφιστάμενων τμημάτων που διατηρούνται από τη προηγούμενη οικοδομική φάση. Αυτή η νέα κατασκευαστική φάση, φαίνεται να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη και πάλι δημιουργίας νέου κατοικήσιμου χώρου, ανάγκη που πιθανώς προέκυψε στα πλαίσια μιας πληθυσμιακής αύξησης που συντελέστηκε εντός της κοινότητας, και κατά δεύτερον λόγω του γεωλογικού φαινομένου καθίζησης προς τα Ν και Δ. Ο περίβολος στην αρχή εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την άρτια κατασκευαστική εφαρμογή της τεχνικής του έμπλεκτου συστήματος δόμησης, στη συνέχεια όμως αρχίζει να χρησιμοποιείται μία πιο χαλαρή τοιχοποιία.

Μετά από το τέλος της δεύτερης οικοδομικής φάσης, δεν πιστοποιείται άλλου είδους τεχνική επέμβαση επί του περιβόλου, παρά μόνον η ανοικοδόμηση ορισμένων κατασκευών εξωτερικά αυτού κατά την Κίτρινη οικιστική φάση (ΠΕΧ ΙΙΙ 2200-2000/1900 π.Χ.). Ο περίβολος σε αυτή την περίοδο έχει καταχωθεί από την εξωτερική νότια και δυτική πλευρά του στο μεγαλύτερο μέρος του, με την οικιστική συγκέντρωση και συμπύκνωση των κτιριακών χώρων να εστιάζεται πλέον στον κεντρικό τομέα του οικισμού. Η χρήση του ως έργο αναλημματικού-οχυρωματικού σε αυτή την πλευρά του οικισμού παύει, και αποτελεί πλέον ένα ισχνό ορατό αρχιτεκτονικό κατάλοιπο εν είδη χωρικής οριοθέτησης, χωρίς να φέρει τη πρακτική χρήση ενός αναλήμματος.

Τεχνικές και Υλικό Δόμησης

Στην κατασκευαστική τεχνική του περιβόλου διακρίνονται τρείς κύριοι τρόποι δόμησης.

Ο πρώτος ορίζεται από το λεγόμενο έμπλεκτο σύστημα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τη πρώτη οικοδομική φάση του περιβόλου, έως και το τέλος περίπου της δεύτερης (ΠΕΧ Ι –ΙΙ, 3100/2900-2400/2300). Ο συγκεκριμένος τρόπος δόμησης χαρακτηρίζεται από ομοιόμορφη ανωδομή, αποτελούμενη από επάλληλες ισόπαχες σχεδόν σειρές πλακοειδών κατά κανόνα λίθων (Εικ. 1).

Ο δεύτερος τρόπος δόμησης χαρακτηρίζει τη δεύτερη οικοδομική φάση του περιβόλου και απαντάται προς το τέλος της ύστερης Πράσινης-αρχές της Ερυθρής περιόδου. Η τεχνική του στηρίζεται στο παλαιό έμπλεκτο σύστημα, με τη διαφορά ότι τώρα η παρουσία πλακοειδών λίθων είναι περιορισμένη και εκτενέστερη η χρήση βοτσαλωτών, ακανόνιστων ή αποστρογγυλεμένων μεσαίου μεγέθους λίθων (Εικ. 9).

Ο τρίτος τρόπος δόμησης, ο οποίος ακολουθεί λίγο μεταγενέστερα, αναπτύσσεται εξ’ ολοκλήρου κατά τη δεύτερη οικοδομική φάση και εντάσσεται χρονικά εντός της Ερυθρής περιόδου. Αφορά στη χρήση, αποκλειστικά και μόνο αποστρογγυλεμένων ογκόλιθων, εναλλάξ με μικρούς πλακοειδείς ή ακανόνιστους λίθους ανάμεσα ως γέμισμα (σφήνες) μαζί με λεπτό συνδετικό υλικό. Αυτός ο τρόπος δόμησης εντοπίζεται χαρακτηριστικά στο δυτικό τμήμα του περιβόλου, στον λεγόμενο «προμαχώνα» (εικ. 10). Κατά την Κίτρινη περίοδο που ακολουθεί παρατηρούνται σημειακές μόνον μετατροπές και επεμβάσεις επί του περιβόλου.

Ως προς το υλικό χρησιμοποιούνται κυρίως δύο είδη λίθων. Στο μεγαλύτερο ποσοστό κυριαρχεί η χρήση ψαμμιτικών πετρωμάτων (ιζηματογενή πετρώματα) διαφόρων κατηγοριών (λεπτόκοκκοι, μεσόκοκκοι και χονδρόκοκκοι) και αποχρώσεων (γκριζωποί, ερυθρόχρωμοι, πορτοκαλέρυθροι αντίστοιχα) και ακολουθούν οι τραχείτες (πυριγενή πετρώματα) σε ένα μέσο ποσοστό. Επίσης, δεν εκλείπουν τα κροκαλοπαγή πετρώματα και οι πυριτόλιθοι τα οποία απαντώνται σε πολύ μικρότερο ποσοστό.

Εικόνα 5

Εικόνα 6

Εικόνα 7

Εικόνα 8

Εικόνα 9

Οι εργασίες διαμόρφωσης και η κατασκευαστική εξέλιξη του περιβόλου

Εξωτερικά και κατά μήκος του θεμελίου του περιβόλου άρχισε εξ αρχής να σχηματίζεται ένα είδος τεχνητής επίχωσης, που η διαμόρφωσή της συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια ζωής της πόλης και με απόλυτη συνέπεια κατά μήκος όλης της αναλημματικής ζώνης. Η δημιουργία της συνδέεται με την ανύψωση του επιπέδου των επάλληλων οικοδομικών φάσεων του οικισμού και την παράλληλη καθ’ ύψος επέκταση του περιβόλου, ειδικότερα στα νότια τμήματά του. Η ανύψωση του επιπέδου σε κάθε αρχιτεκτονική φάση οδηγούσε στην ρίψη οικιστικού υλικού από μέσα προς τα έξω. Κάθε φορά, δηλαδή, που μεταβαλλόταν ο οικιστικός ορίζοντας εσωτερικά του οικισμού, μεταβαλλόταν παράλληλα και το ύψος της επίχωσης εξωτερικά του περιβόλου. Έτσι, κατά τη διάρκεια χρήσης του οικιστικού ορίζοντα της αρχικής Πράσινης περιόδου, η πρώτη οικοδομική φάση του περιβόλου δεν ήταν ορατή εξωτερικά.

Η επίχωση αυτή, η οποία δημιουργήθηκε κυρίως κατά μήκος της πιο απόκρημνης νότιας και νοτιοδυτικής πλευράς του περιβόλου, σχηματίστηκε χωρίς αμφιβολία από εκατοντάδες κυβικά μέτρα υλικού. Εντός της επίχωσης, το απορριμματικό αρχαιολογικό υλικό ήταν εξαιρετικά πολυάριθμο, ώστε είχε κανείς την εντύπωση ότι βρισκόταν σε μία μεγάλη χωματερή, που διαμορφώθηκε από τα υπολείμματα της καθημερινής ζωής των κατοίκων στη διάρκεια πολλών γενεών.

Ο σταδιακός σχηματισμός της επίχωσης εξωτερικά του περιβόλου θα πρέπει να εξυπηρετούσε και λόγους στατικούς, καθώς αντιστήριζε τα υφιστάμενα τμήματα του περιβόλου και απορροφούσε τις τυχόν φερόμενες πιέσεις που ασκούσαν οι κατασκευές που εφάπτονταν επάνω του. Στο τέλος, μάλιστα, της Ερυθρής φάσης, που συμπίπτει με την περίοδο εγκατάλειψης της συντήρησης του περιβόλου, ο τελευταίος θα ήταν ένας λιθόκτιστος τοίχος χαμηλού ύψους, εξωτερικά του οποίου θα είχε διαμορφωθεί ένα τεχνητό πρανές.

Η τεχνική των λιθόκτιστων κιβωτίων, γνωστή ως «casemate wall technique»

Η τεχνική των λιθόκτιστων κιβωτίων (casemate walls technique), αφορά σε μια οικοδομική εφαρμογή διαμόρφωσης και θεμελίωσης χώρων επί των ορίων των οικιστικών συνόλων, με σκοπό αυτά να αποτελέσουν μέρος των περιβόλων ή των οχυρώσεων τους. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται συστηματικά από τις απαρχές της Εποχής Χαλκού έως και την Πρώιμη Εποχή Σιδήρου και απαντά στην Ανατολία, την Αίγυπτο, αλλά και τον Ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές, τόσο ως προς το είδος του υλικού, όσο και τον τρόπο υλοποίησής τους.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για την δημιουργία τεχνητών ανδήρων, που επιχωματώνονταν με καταπεσμένο δομικό υλικό, όπως λίθοι, πλίνθοι και οργανικά κατάλοιπα. Ήταν ένας ταχύς και φθηνός τρόπος δόμησης που επέτρεπε στους κατοίκους ενός πυκνοκατοικημένου οικισμού τη δημιουργία επιπλέον χώρων διαβίωσης και παράλληλα λειτουργούσε ενιαία ως παχύς, συμπαγής τοίχος με χαρακτήρα κάθε φορά οχυρωματικό ή αναλημματικό.

Στον περίβολο της Πολιόχνης αυτή η τεχνική αρχίζει να χρησιμοποιείται ήδη από τη Κυανή περίοδο και συνεχίζει, τυχαίνοντας ευρείας εφαρμογής, και κατά τη δεύτερη οικοδομική φάση (Πράσινη-Ερυθρή περίοδο/ΠΕΧ ΙΙ εικ. 7). Πιο συγκεκριμένα, εκατέρωθεν των νέων τμημάτων που οικοδομούνται στην υπάρχουσα χάραξη του περιβόλου, διαμορφώνονται νέοι τετράπλευροι χώροι, με σκοπό τόσο την αναλημματική υποστήριξη των πρανών και των φερόμενων πιέσεων του περιβόλου, όσο και τη δημιουργία νέου οικιστικού χώρου.

Ο περίβολος ως οχυρωματικό έργο.

Από τη μελέτη του περιβόλου δημιουργείται αβίαστα η εντύπωση ότι στην Πολιόχνη δεν υπήρχε μέριμνα για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας του σε όλες τις οικιστικές φάσεις. Αντίθετα, καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του, αναδύονταν έξω από τα τείχη του ή σε άμεση επαφή με αυτά, κατασκευές διαφόρων ειδών, αναιρώντας εν πολλοίς την αμυντική/οχυρωματική του αξία. Ίσως στον προϊστορικό οικισμό της Πολιόχνης δεν βάραινε ένας πάντα διαφαινόμενος κίνδυνος πολέμου ή εχθρικών επιδρομών που να υποχρέωνε τους πολίτες να ζουν σε συνεχή κατάσταση συναγερμού. Μέσα από τις αρχιτεκτονικές παρατηρήσεις αλλά και από τα ανασκαφικά δεδομένα προκύπτει, ότι η βασική αιτία δημιουργίας του περιβόλου ενείχε αναλημματικό χαρακτήρα, τον οποίο διατήρησε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια κατοίκησης του οικισμού.

Ο χαρακτήρας αυτός άρχισε να μεταβάλλεται ελαφρώς και να αποδίδονται ορισμένα, οχυρωματικού/αμυντικού τύπου χαρακτηριστικά μέσα από τη δημιουργία νέων κατασκευών και επεμβάσεων προς το τέλος της Πράσινης – αρχές της Ερυθρής φάσης (ΠΕΧ ΙΙ), κατά τη διάρκεια, δηλαδή, του τέλους της δεύτερης οικοδομικής φάσης. Γενικότερα, οι όποιες επεμβάσεις που συντελέστηκαν επί του περιβόλου της Πολιόχνης κατά τη διάρκεια της Ερυθρής φάσης, δεν φαίνεται να αποτελούσαν ενέργειες ενός συντονισμένου αμυντικού σχεδιασμού του οικισμού. Το πιθανότερο είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δόθηκε προσοχή και στην ασφάλεια του οικισμού, πέραν από την κύρια λειτουργία των κατασκευών ως αναλημμάτων με παρεχόμενη ταυτόχρονα προστασία από πλημμυρικά επεισόδια και καθιζήσεις. Ειδικότερα από το τμήμα εκείνο που βρισκόταν εκτεθειμένο προς την ενδοχώρα του νησιού.

Εικόνα 10

Γιάννης Σουκάντος

Αρχαιολόγος